"Οι έμποροι του Περισσού" - Του πολίτη Π.Λ.Παπαγαρυφάλλου

Στην Ελλάδα της σήψης και της παρακμής, άνθισαν και ανθούν πολλών ειδών έμποροι: Ανάμεσά τους οι έμποροι της κατοχής, γνωστοί και ως μαυραγορίτες, οι έμποροι της πατρίδας, γνωστοί και ως πατριδοκάπηλοι, οι οποίοι κατά τον Μακρυγιάννη έκαναν πραμάτεια την πατρίδα για χρήματα και τέλος τους εμπόρους των ιδεών. Αυτούς τους τελευταίους αφορά τούτο το σχόλιο, το οποίο θ’ αναδείξει την πολιτική και ιδεολογική σπέκουλα των άθλιων εμποράκων της κομμουνιστικής ιδεολογίας και της επανάστασης.
Αυτό το αηδές, εμετικό και χυδαίο γεγονός βίωσε ο δημόσιος βίος της χώρας με την αυτοκατάρρευση της δικτατορίας, στις 24 Ιουλίου 1974, κατά την οποία έγινε συρροή χιλιάδων «ιδεολόγων» στις γραμμές του ΚΚΕ, οι οποίοι χρησιμοποίησαν αυτή την μεταβατική ιδεολογία ως εφαλτήριο για την μετέπειτα παντοειδή καριέρα τους, που άρχιζε από την πολιτική, περνούσε από τη δημοσιογραφία και τη διοίκηση και κατέληγε στα πανεπιστήμια.
Στην πορεία του χρόνου είδαμε ότι αυτοί οι «ιδεολόγοι» και «επαναστάτες» και «κομμουνιστές» - και ο κορμός της σημερινής κυβέρνησης – αυτομετατράπηκαν σε λακέδες του αστικού καθεστώτος και battler των Βρυξελλών και του Βερολίνου.
Μεταπολιτευτικά «ιδεολογικά» ανθρωπάκια, τα οποία ασπάστηκαν τον ωμό πολιτικό αμοραλισμό και τον χυδαίο μακιαβελισμό.
Πρόκειται για τους «ιδεολόγους» του ασύνορου μακιαβελισμού που συνετέλεσαν σημαντικά στη σημερινή πολυεπίπεδη και πολύμορφη χρεωκοπία της Ελλάδας και στην οικοδόμηση της πιο άδικης κοινωνίας, η οποία λεηλατήθηκε και υποθηκεύτηκε για έναν αιώνα. Αυτό τον κόσμο της ασύνορης καριέρας και του άκρατου αμοραλισμού καυτηρίασα και κατήγγειλα από τον Αύγουστο του 1977 παρατηρώντας τις αισχρές πολιτικές πράξεις, μετακινήσεις και εντάξεις του..
Για την στήριξη της τότε κριτικής μου, παρέθετα και τούτα τα «προφητικά» λόγια του Λένιν, που οσμηζόμενος εγκαίρως τον «επαναστατικό» τυχοδιωκτισμό των καριεριστών, που δήλωναν επαναστάτες και κομμουνιστές, έγραφε γι’ αυτούς ήδη από το Μάη του 1920 και τα εξής στην μπροσούρα του: «Ο «αριστερισμός» παιδική αρρώστια του κομμουνισμού»: «Δεν είναι δύσκολο να είσαι επαναστάτης όταν η επανάσταση έχει πια ξεσπάσει και φουντώσει, όταν στην επανάσταση προσχωρεί ο καθένας, απλώς από ενθουσιασμό, επειδή είναι της μόδας κάποτε μάλιστα και για να σταδιοδρομήσει προσωπικά».
Διαισθανόμενος ο οξύνους Λένιν το που θα κατέληγαν και τι θα έκαναν εκείνοι οι τυχοδιώκτες, συνέχιζε «προφητικά»: «Η απολύτρωση του προλεταριάτου από τέτοιους επαναστάτες της κακής ώρας του στοιχίζει αργότερα, ύστερα από τη νίκη του, τους σκληρότερους κόπους, μαρτύρια μπορούμε να πούμε των μαρτυρίων» και κατέληγε: «Είναι πολύ πιο δύσκολο – και έχει μεγαλύτερη αξία – να ξέρεις να είσαι επαναστάτης, όταν δεν υπάρχουν ακόμη οι συνθήκες για άμεσο, ανοιχτό, πραγματικό επαναστατικό αγώνα» (βλ. Β. Λένιν: «Διαλεκτά Έργα», σελ. 408 ή το ανάτυπο από τις εκδ. «Γνώσεις», Αθήνα χ.χ.).
Αυτά, λοιπόν τα διεισδυτικά και πολύ ορθά έγραφε ο Λένιν τον Απρίλη-Μάη του 1920 και αυτά σχολίαζε ο γράφων τον Αύγουστο του 1977 για τους «επαναστάτες» που είχαν συρρεύσει στο ΚΚΕ, αμέσως μετά την Ιουλιανή μεταπολίτευση της 24ης του μηνός, όταν αυτοκατέρρευσε το στρατιωτικό καθεστώς.
Υπήρξε η κολυμπήθρα, το πλυντήριο και η μήτρα, που εκκόλαψε και σκόρπισε ανά την Ελλάδα όλους τους καριερίστες, οι οποίοι στη συνέχεια την πετσόκοψαν, την λεηλάτησαν και την εκμαύλισαν. Τότε, λοιπόν, το 1977, έκανα και τούτα τα σχόλια στα όσα είπε ο Λένιν: «Ο Λένιν, μας αποκάλυψε και μια άλλη, πολύ πιο φοβερότερη μορφή εκμετάλλευσης, της εκμετάλλευσης του αίματος, της οδύνης και των εκτελεστικών αποσπασμάτων, για την προσωπική ανάδειξη και το προσωπικό βόλεμα..».
Συνέχιζα: «..άλλο είναι να εκμεταλλεύεσαι την εργασία 50 εργατών στην τσιμεντοβιομηχανία και εντελώς άλλο είναι να εκμεταλλεύεσαι την ιδεολογία την οποία χιλιάδες και χιλιάδες ελληνικές οικογένειες πλήρωσαν με τη ζωή τους και τον κοινωνικό και οικονομικό τους θάνατο…» (βλ. την εργασία μου: «Η αλήθεια για την καταγωγή και εφαρμογή του θεσμού της αυτοδιοίκησης στην Ελεύθερη Ελλάδα της κατοχικής περιόδου», στο διμηνιαίο περιοδικό «Τοπική Αυτοδιοίκηση», τευχ. Ιουλίου-Αυγούστου 1980, σελ. 32-33).
Συμπερασματικά θα έλεγα ότι: Στη νόμιμη δράση, σ’ όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης, το ΚΚΕ υπήρξε το εκκολαπτήριο παραγωγής χιλιάδων αδίστακτων καριεριστών οι οποίοι εφάρμοσαν το δόγμα του Γκέμπελς: «Πολιτική είναι η τέχνη που καθιστά δυνατά και όσα φαίνονται αδύνατα». Αυτό το εμπόριο καυτηρίαζα αργότερα και στο άρθρο μου: «Η ιδεολογία ως εμπόρευμα» («Η καθημερινή» της 17-1-1991). Πρόκειται για ένα γεγονός το οποίο έβαλε την μαύρη σφραγίδα του πάνω στην κόκκινη και αμαύρωσε το άλλοτε ηθικό, πολιτικό και ιδεολογικό έρεισμα του ΚΚΕ, ανεξαρτήτως του γεγονότος του αδιεξόδου της κομμουνιστικής ιδεολογίας και το αδύνατο της εφαρμογής της στην ανθρωπότητα, όπως το θέμα αυτό το διαπραγματεύθηκα πριν από χρόνια (βλ. το έργο μου: «Η κομμουνιστική Ουτοπία: Διαλεκτικές και φυσιολογικές αντιφάσεις της κοσμοθεωρίας του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού» (εκδ. β’ «Πελασγός» - Γιαννάκενας – Αθήνα 2013).
 
Αθήνα 27/12/2016
Αντιδημοφιλείς Σκέψεις, του πολίτη Π.Λ.Παπαγαρυφάλλου 
-«Ως πότε όμως οι Έλληνες κομματοοιωνοσκόποι του λαϊκισμού θα μπορούν να γελούν με την επιταχυνόμενη πορεία της Ελλάδας προς την ολοκληρωτική αποσύνθεσή της;».
-«Ο αγώνας για την «αλλαγή» κατέληξε σ’ έναν «αγώνα» προσωπικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής ανόδου του πασοκικού κόσμου, χρησιμοποιώντας την ιδεολογία ως καριέρα και ως εμπόρευμα».
-«Το «εδώ και τώρα» του λαϊκισμού.. σήμαινε παραβίαση θεμελιωδών ιστορικών νόμων και διαμορφωμένων κοινωνικών καταστάσεων, που ήταν αδύνατον να υπερβεί σε λίγο χρόνο».
-«Οι αυτοαποκαλούμενοι προοδευτικοί της Ελλάδας, οφείλουν να γνωρίζουν ότι ο «προοδευτισμός» είναι μια πάρα πολύ αμφισβητήσιμη έννοια και μια κοινωνική κατάσταση εμπεριέχουσα ανεξέλεγκτο υποκειμενισμό, όπως αυτό συμβαίνει με κάθε ηθική έννοια».
-«Η κοινωνική εξέλιξη υπακούει στους δικούς της νόμους και όχι στους «νόμους» που θεσπίζουν οι ευκαιριακοί γυρολόγοι του λαϊκισμού, που κάνει άλματα στο κενό».
(Από το έργο μου: «Ο Λαϊκισμός στην Ελλάδα», εκδ. «Ergo», Αθήνα 2002)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις